πειθαρχικός

πειθαρχικός
η , ό[ν]
1) дисциплинированный, послушный; 2) дисциплинарный;

πειθαρχική ποννή ( — или τιμωρία) — дисциплинарное взыскание


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "πειθαρχικός" в других словарях:

  • πειθαρχικός — obeying readily masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειθαρχικός — ή, ό / πειθαρχικός, ή, όν, ΝΑ [πείθαρχος] αυτός που υπακούει με προθυμία στους νόμους, στις αρχές, στους κανόνες, ευπειθής, υπάκουος (α. «πειθαρχικός στρατιώτης» β. «πειθαρχικὸς τοῑς νόμοις», Αριστοτ.) νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται… …   Dictionary of Greek

  • πειθαρχικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πειθαρχία: Πειθαρχικό παράπτωμα, πειθαρχική ποινή. 2. αυτός που υπακούει και δεν παραβαίνει διαταγές ανωτέρων: Πειθαρχικός υπάλληλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πειθαρχικόν — πειθαρχικός obeying readily masc acc sg πειθαρχικός obeying readily neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειθαρχικοῦ — πειθαρχικός obeying readily masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειθαρχικούς — πειθαρχικός obeying readily masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειθαρχικήν — πειθαρχικός obeying readily fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύτακτος — η, ο (ΑΜ εὔτακτος, ον) 1. τοποθετημένος με τάξη, τακτοποιημένος 2. αυτός που δεν παραβαίνει την τάξη, ο πειθαρχικός μσν. αρχ. 1. ο ταιριαστός 2. αυτός που τηρεί στη ζωή την πρέπουσα τάξη, το μέτρο 3. πειθαρχικός, τακτικός αρχ. (για στρατό) αυτός… …   Dictionary of Greek

  • πειθήνιος — α, ο / πειθήνιος και δωρ. τ. πειθάνιος, ον, ΝΜΑ (για υποζύγιο) αυτός που υπακούει, που πείθεται στα ηνία, στο χαλινάρι, αυτός που εύκολα χαλιναγωγείται («πρᾱον ἵππον καὶ πειθήνιον παρασχεῑν», Πλούτ.) νεοελλ. τυφλά υπάκουος, άκριτα πειθαρχικός… …   Dictionary of Greek

  • αντιπειθαρχικός — ή, ό αντίθετος με τους κανόνες της πειθαρχίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + πειθαρχικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1877 σε βασιλικό διάταγμα] …   Dictionary of Greek

  • ευπειθής — ές (ΑΜ εὐπειθής, ές, Α και εὐπιθής) αυτός που πείθεται, που υπακούει πρόθυμα, ο πειθήνιος, ο πειθαρχικός νεοελλ. (το υπερθ. στο τέλος αιτήσεως ή αναφοράς σε δημόσια ή προϊστάμενη αρχή, πριν από την υπογραφή ευπειθέστατος, η με μεγάλη προθυμία, με …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»